Get Adobe Flash player

allwebmenusanchor

Διαφάνεια

diavgeia_s_el_gr

ΚΟ.Σ.Ε.

Επικοινωνία με την επιτροπή

"Κομβικά Σημεία Επαφής"

kose.malian@0728.syzefxis.gov.gr

Μουσείο Κερασιάς

pinakida_moyseioy_kerasias

Μουσείο Αγίας Άννας

mouseio-agias-annas

Προστασία Πολίτη

Αρχική Σελίδα Πολιτισμός Μουσεία Διαρκής Έκθεση Ελληνικής Παραδοσιακής Ενδυμασίας ΑΝΔΡΕΑ ΠΕΡΗ - ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

MOYS-PERI      Η Ενδυματολογική Συλλογή του Ανδρέα Παπαγεωργίου στεγάζεται στο σπίτι που κληρονόμησε από τη μητέρα του, Ευαγγελία Αργυροπαίδου-Παπαγεωργίου, στη Λίμνη Ευβοίας. Το σπίτι χτίστηκε από τον Ανδρέα Αργυρόπαιδα το 1895 και δωρίθηκε από αυτόν ως προικώο στη ανιψιά του την Ευαγγελία Αργυροπαίδου. Η Συλλογή είναι ιδιωτική και δημιουργήθηκε στη διάρκεια του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Περιλαμβάνει περισσότερα από 250 ενδυματολογικά σύνολα, καλύπτει τα τελευταία διακόσια χρόνια του παραδοσιακού βίου της ελληνικής κοινωνίας (από το 1770/1780 έως το 1960/1970) και αντιπροσωπεύει μία ευρεία γεωγραφική έκταση ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση: από τη Μικρά Ασία, την Ανατολική Θράκη και τα χωριά της λεκάνης του Έβρου έως τη Λευκάδα και την Πελοπόννησο και από τη Βόρεια Ήπειρο έως τη Λέσβο, την Κάρπαθο και το Καστελόριζο.

         Παρόλο που ο εκθεσιακός χώρος περιορίζεται σε δύο αίθουσες, όπου μόνον ένα μικρό μέρος της Συλλογής μπορεί να εκτεθεί, ο επισκέπτης έχει την ευκαιρία να αποκτήσει μία εικόνα της απίστευτης γεωμορφολογικής ποικιλίας που χαρακτηρίζει τον χώρο ανάπτυξης του ελληνικού πολιτισμού, εντός και εκτός της σύγχρονης ελληνικής επικράτειας. Τα υλικά των καθημερινών και γιορτινών συνόλων καθρεφτίζουν τους πολυάριθμους τόπους και τις διαφορετικές οικονομίες: βαριά μάλλινη τσόχα από την Ήπειρο με τα πολλά νερά της, αραχνοΰφαντο βαμβακερό ύφασμα από την Εύβοια, μεταξωτό Θρακιώτικο πελιούζι, εισαγόμενη ολομέταξη στόφα από τη Δαμασκό. Όλες οι διακριτές τοπικές ταυτότητες της κοινής ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς, όπως και τα διαφορετικά κοινωνικά και οικονομικά στρώματα που συγκροτούσαν τον κορμό της κάθε τοπικής κοινωνίας, αντικατοπτρίζονται στις ατέλειωτες παραλλαγές των ενδυμασιών.

       Οι φορεσιές που παρουσιάζονται εδώ μαρτυρούν φευγαλέες επαφές λαών καθώς και μονιμότερες εμπειρίες συνύπαρξης, προτού να χαραχτούν διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στα εθνικά κράτη. Οι περισσότερες ενδυμασίες αποτελούν εύγλωττη απόδειξη των επιδράσεων που δέχτηκαν οι μικρές και σφιχτοδεμένες παραδοσιακές κοινωνίες, ζώντας στην απλωσιά ενός ευρύτατου χώρου, όπου οι εμπορικές και πολιτιστικές ανταλλαγές ήταν καθημερινή πρακτική. Πολλά παραδείγματα τέτοιων επιδράσεων υπάρχουν στη συλλογή : το μακρύ καβάδι της νύφης από την Κω το οποίο φοριόταν και σε πολλά άλλα μέρη του Ελληνικού κόσμου και ήταν πολύ διαδεδομένο στην Ανατολή, η γραμμή των επτανησιακών φορεσιών, η Κερκυραϊκή και η Λευκαδίτικη, που δείχνει Ιταλική επιρροή, η ευρύτερη Βαλκανική συγγένεια που διακρίνεται στα ανδρικά σύνολα των Βλάχων, και τις ευρωπαΐζουσες φορεσιές της Λίμνης του 19ου αιώνα οι οποίες συνδυάζονταν με παλαιοτέρου τύπου κεφαλοδέματα, αλλά και με ένα κεντημένο κοντό σακάκι, στολισμένο με βικτωριανά κοσμήματα και οθωμανικά φλουριά.

       Ιδιαίτερη θέση έχουν τα κοσμήματα, στοιχείο αναπόσπαστο της γιορτινής και της νυφιάτικης ενδυμασίας. Κάθε κόσμημα έχει να διηγηθεί τη δική του ιστορία. Άλλα φερμένα από εμπόρους για να πουληθούν στις αγορές, άλλα κατασκευασμένα σε τοπικά εργαστήρια—ιδιαίτερα όσων αστικών κέντρων ειδικεύονταν στην αργυροχοΐα, όπως τα Γιάννενα και η Ανδριανούπολη— κι άλλα φερμένα από ναυτικούς ή αγωγιάτες και κάθε είδους ξενιτεμένο για να δωριθούν σε αρραβωνιαστικιές, συζύγους, κόρες κι ανιψιές.

        Καθένας που ταξίδευε έπρεπε κάτι να φέρει. Υπήρχαν βέβαια και οι κομπανίες των περιπλανώμενων αργυροχρυσοχόων. Αυτοί ακολουθούσαν συνήθως συγκεκριμένες διαδρομές κι έτσι περνούσαν κάθε δύο ή τρία χρόνια από τα ίδια μέρη. Ο κόσμος τους περίμενε. Κι εκείνοι διαφοροποιούσαν τα είδη και τα σχέδια ανάλογα με τις προτιμήσεις της τοπικής πελατείας. Τίποτα όμως δεν ήταν στάσιμο. Γιατί κοντά στο γνωστό και πατροπαράδοτο οι συνεχώς μετακινούμενοι τεχνίτες είχαν τον τρόπο να εισάγουν και κάτι καινούριο.

       Μαζί με το παραμύθι ή την ξωτική ιστορία που συνοδεύει ότι έρχεται από αλλού, τα κοσμήματα και τα στολίδια συμμετείχαν σε όλη αυτή τη θαυμαστή υπόθεση της αλληλεπίδρασης.

       Ο τρόπος που φορούσαν τα κοσμήματα καθώς και τις ενδυμασίες, μας υπενθυμίζει μια ολόκληρη συμβολική «γλώσσα» του σώματος και της συμπεριφοράς που έχει σχεδόν χαθεί στις μέρες μας. Σε μία περίπτωση, στην Καρωτή στη Θράκη, μια διακοσμητική αλυσίδα φοριόταν με δύο τρόπους ανάλογα με την περίσταση: κρεμασμένη απλώς από τη μέση ως ένδειξη σεβασμού μπροστά στους πρεσβύτερους και στην εκκλησία, αλλά και στηριγμένη στην ζώνη με κοκεταρία ανάμεσα στους συνομήλικους. Σε μία παρόμοια αλλά ακόμα πιο διαδεδομένη χρήση, οι φτερούγες του σαγιά ήταν γυρισμένες για να δείξουν την ζωηρή διακόσμησή τους, αλλά κατεβασμένες με κάθε σεμνότητα για να προσαρμοστούν στο εκάστοτε κοινωνικό περιβάλλον.

       Οι περισσότερες φορεσιές της Συλλογής είναι νυφικά ή γιορτινά σύνολα που φοριούνταν από γυναίκες. Ο ρουχισμός μίας γυναίκας σημάδευε την πορεία της ζωής της. Από την ηλικία που μπορούσε να κρατήσει βελόνα, ένα κορίτσι μάθαινε απλό κέντημα για να αρχίσει να στολίζει τις ενδυμασίες που θα αποτελούσαν μέρος της προίκας της. Τα παιδικά του ρούχα ήταν απέριττα μέχρι να φθάσει το κορίτσι στην ηλικία του γάμου, οπότε μεταμορφωνόταν σε ανοιξιάτικο κάμπο κι έβαζε ζωντανά χρώματα, με κυρίαρχο το κόκκινο, το χρώμα του αίματος και της γονιμότητας. Άνθη και φυτικά μοτίβα ήταν τα πιο συνηθισμένα διακοσμητικά στοιχεία κι όλα τα κορίτσια αφιέρωναν την καλύτερη τέχνη τους στην ετοιμασία του αναμενόμενου γάμου που τον περίμεναν με λαχτάρα και χίλια όνειρα. Το γαμήλιο πανηγύρι κρατούσε συνήθως τρείς ημέρες. Μετά το γάμο, όμως, η νιόπαντρη έπρεπε να απλοποιήσει σταδιακά την πλούσια διακόσμηση της φορεσιάς της. Κι όταν γινόταν μητέρα, τα ενδύματα έπρεπε να συμβαδίζουν με τον δύσκολο ρόλο που επωμιζόταν η νεαρή γυναίκα. Πολύ περισσότερο σαν θα πάντρευε το πρώτο της παιδί και θα γινόταν γιαγιά. Ο σεμνός και σκουρόχρωμος ρουχισμός αντικαθιστούσε όλο το ενδυματολογικό φάσμα. Μόνο στον τάφο της θα φορούσε πάλι «τα καλά» της, εκτός κι αν είχε μείνει χήρα ή αν πέθαινε σε βαθύ γήρας, οπότε τη ντύνανε με τη πιο απλή, σκούρα φορεσιά της.

       Ο κύκλος της ιδιωτικής-οικογενειακής ζωής, αλλά και της κοινοτικής, ήταν συνυφασμένος με τον αιωνίως επαναλαμβανόμενο κύκλο του εκκλησιαστικού έτους, με τις νηστείες, τη μνήμη των αγίων και τις μεγάλες εορτές — ευκαιρίες για φαγοπότι, τραγούδι και χορό, όταν άνδρες και γυναίκες φορούσαν «τα καλά» τους προς τιμήν της Παναγίας, του Χριστού, η του αγίου που γιόρταζε. Η Εκκλησία ήταν το επίκεντρο της κοινωνίας και ο εορταστικός κύκλος ήταν απόλυτα συνδεδεμένος με τον ετήσιο κύκλο της φύσης και με την καθεμία από τις τέσσερις εποχές.

       Οι άνδρες, οι γυναίκες και τα παιδιά που φορούσαν τις ενδυμασίες που βλέπετε εδώ—είτε ζούσαν σε αγροτικό χωριό σε κάμπο, είτε σε ορεινό κεφαλοχώρι, είτε σε λιμάνι με παγκόσμιες εμπορικές επαφές — βίωναν μια πιο έντονη και ουσιώδη σχέση με τη γη και τη θάλασσα, με τον ήλιο, τον αέρα και τη βροχή, απ΄ ότι οι περισσότεροι από μας μπορούμε να φανταστούμε σήμερα. Φορώντας «τα καλά» τους, τα μέλη της κοινότητας έκαναν όλοι μαζί ένα απαραίτητο διάλειμμα. Απείχαν από τον καθημερινό κάματο για να ξαποστάσουν, να χαρούν τους κόπους τους και τα προϊόντα της παραγωγής τους, να ευχαριστήσουν τη γη και να δοξάσουν τον Θεό.

       « Και περί ενδύματος τι μεριμνάτε; Καταμάθετε τα κρίνα του αγρού πως αυξάνει, ου κοπιά ουδέ νήθει.

Λέγω δε υμίν ότι ουδέ Σολομών εν πάση τή δόξη αυτού περιεβάλετο ως εν τούτων».

(Ματθαίος, ΣΤ΄ 28–9)

       Η Συλλογή του Ανδρέα Παπαγεωργίου είναι ένας φόρος τιμής σε όλους εκείνους που και κόπιαζαν και έγνεθαν, αλλά, συγχρόνως, αγκάλιαζαν με τον τρόπο της ζωής τους την ομορφιά και ήξεραν να χαίρονται την κυκλική αναγέννηση των κρίνων του αγρού.